Τσεπελοβο -Σεπτεμβρης 2009

P9130032

P9130056 (1024x768)

P9130055 (768x1024)
P9130083 (1024x755)
P9130069 (768x1024)
P9130075 (1024x768)
P9130094 (1024x768)
P9131501 (1024x768)
P9131499 (1024x793)
P9131502 (768x1024)
P9131503 (1024x768)
P9131512 (1024x768)
P9131513 (768x1024)
P9131515 (1024x768)
P9131519 (1024x768)
P9131520 (1024x768)
P9131521 (1024x768)
P9131522 (768x1024)
P9131525 (1024x768)
P9131528 (768x1024)
P9131536 (1024x760)
P9131547 (1024x768)
P9131548 (1024x768)
P9131550 (1024x768)
P9131551 (768x1024)
P9131552 (768x1024)
P9130096 (1024x768)

Posted in travel | Tagged , , , | 3 Comments

ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31/5/09

assets_LARGE_t_420_3841341_type11104

ΤΕΧΝΕΣ :: ΒΙΒΛΙΟ :: http://www.BLOG της κυριας Ελενης Γκικα.

Ενα «Δεσποινάριον» από την Ουάσιγκτον
Στην ηλεκτρο νική διεύθυνση http://www.despina rion.wordpress.com συναντά κανείς το «δεσποινά ριον».
31/5/2009
Tη συναντάμε στην ηλεκτρονική της διεύθυνση http://despina­rion.wordpress.com. Στις επισκέψεις της, «Δεσποινάριον» υπογράφει. Από τη μακρινή Ουάσιγκτον κι όμως τόσο κοντά! Με τις μαγειρικές της, τα πολλά βιβλία της, το χιούμορ και την αστείρευτη ευφυΐα και φαντασία της.

Ο λόγος, όμως, στο «Δεσποινάριον»: «Το «δεσποινάριον» άρχισε τα δειλά πρώτα τoυ βηματάκια στον blogger (despinarion.blog spot.com) τον Γενάρη του 2007.

Το μότο τότε ήταν «ό,τι θυμάται χαίρεται» και το όνομα μαρτυρά από μόνο του τη θεματολογία.

Ανακατεμένα ήταν όλα, ημερολόγιο, σκέψεις και φωτογραφίες από ταξίδια. Προς το τέλος του 2008 προσθέτει στη συλλογή των blogs ένα «μαγειρικό» με τον τίτλο Ταβόλα Μπιάνκα (tavloabia­nca.blogspot.com), όπου ασχολείται με παρουσίαση εστιατορίων και περιστασιακές συνταγές.

Περισσότερο σαν σημειωματάριο κουζίνας ήταν παρά οτιδήποτε άλλο.

Την άνοιξη του 2008 το δεσποινάριον μεταφέρει τα δυο μπλογκ σε ένα στη WordPress (despinarion.wordpress.com) σε κάποια «κρίση» διαδικτυακής αναβάθμισης.

Η μεταφορά σχολιάστηκε από συν-μπλόγκερ σαν μετακόμιση από διαμέρισμα σε μέγαρο.

Η θεματολογία μένει πάντα η ίδια γιατί η προσωπικότητά μας δεν αναβαθμίζεται και δεν αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη.

Με μεγάλη αγάπη (αλλά όχι και επαγγελματική αξίωση) στη φωτογραφία, «το μέγαρο» γεμίζει με εικόνες από την Ουάσιγκτον όπου το δεσποινάριον ζει και εργάζεται, αλλά και από διάφορα ταξίδια που κάνει στην Αμερική και στην Ευρώπη.

Στη διάρκεια αυτής της πορείας, το δεσποινάριον αποκτά επαφή με μπλόγκερ από την Ελλάδα, αλλά και Ελληνες του εξωτερικού, γιατί είναι φυσικό να ελκύει ο κοινός παρανομαστής που είναι η απόσταση από την πατρίδα.

Η πιο όμορφη εμπειρία όμως που αποκομίζει, είναι οι γνωριμίες.

Το μπλογκ γίνεται αφορμή να γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης, που σχολίασαν μετά από αναρτήσεις που βρήκαν ενδιαφέρουσες.

Οταν οι μεγάλοι μιλάνε με τους αγνώστους και όταν ο μύθος γίνεται φιλία, τότε συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχουν φραγμοί στην ανθρώπινη επικοινωνία αλλά και πόση μοναξιά υπάρχει στο διαδίκτυο. Μα όσο κι αν αυτό ακούγεται σημαντικό, υπάρχει κάτι ακόμα πιο όμορφο.

Η καθημερινή επαφή με απλούς ανθρώπους, που ακόμα και η άβυσσος του Ιντερνετ σε κάνει να ψυχολογείς από τα γραπτά και να σε φέρνει κοντά, σε φιλίες που επισφραγίζονται με κάποια συνάντηση, ή σε φιλίες που λαχταράς να αρχίσουν».

Posted in Uncategorized | Leave a comment

magnolia peaking 2009

mag1 magnolia

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

drawing miss daisy – games with the photo editor

p62402233

miss daisy

p6240223-9

midnight express

p6240223-22

B V

p6240223-8

minstrel show

p6240223-4

kinino

p6240223-12

atmospheric

p6240223-5

sepia

p6240223-10

digital

p6240223-6

el Nino

p6240223-7

Charlie

p6240223-11

amoeba

p6240223-3

van Gogh

Posted in art | 6 Comments

τσικνοπεμπτη 2009

paidakia_2

sunse17

riz33

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Γιωργης Βαρλαμος

Ο Γιωργης Βαρλαμος ειναι ο αγαπημενος μου χαρακτης. Οι πληροφοριες που μαζεψα για τη ζωη και το εργο του ειναι απο διαφορες πηγες που αναφερω στο τελος της αναρτησης. Θα ηθελα να βρω ενα αλμπουμ με ολοκληρο το εργο του αλλα δε νομιζω οτι υπαρχει. Εαν καποιος που γνωριζει περισσοτερα φτασει ως εδω θα ηθελα να μαθω περισσοτερα. Αυτα λοιπον μαζεψα.

Γεννήθηκε το 1922 στην Πάρο. Από τον Πύργο της Τήνου κατάγεται η μητέρα του και εκεί πέρασε τα μικρά του κυρίως χρόνια, που σημάδεψαν καθοριστικά το χαρακτήρα του. Σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στην “Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών” της Αθήνας με δάσκαλό του τον μεγάλο Γιάννη Κεφαλληνό. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, με δασκάλους τους: Cami, Cotte,Prost, όπου εκτός από την Beaux-Arts ειδικεύτηκε στη Τέχνη του Βιβλίου στο “College Technique Estiene” και στη χάραξη γραμματοσήμων. Διακρίθηκε σε “Διεθνή Διαγωνισμό της Λειψίας” για την επιμέλεια Βιβλίου με ποίηση του Nerunda. Συμμετείχε με τον Κεφαλληνό στη σχεδίαση και χάραξη των “Δέκα Λευκών Ληκύθων” του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου που εκδόθηκαν το 1956, χάραξε σειρά γραμματοσήμων, επιμελήθηκε, εικονογράφησε

και σχεδίασε πληθώρα εξώφυλλων πολλών βιβλίων, με πολλά ένθετα χαρακτικά του. Σαν Ζωγράφος διακρίθηκε για τις τολμηρές χρωματικές του συνθέσεις σε Λάδια, Ακρυλικά και Ακουαρέλες, ιδιαίτερα στην απόδοση της Ελληνικής χλωρίδας με τέτοιο τρόπο ώστε τα Αγριολούλουδα του Βαρλάμου να θεωρούνται μοναδικά και αξεπέραστα, ενώ στη Χαρακτική η πρωτοποριακή μα και ταυτόχρονα τέλεια απόδοση της φύσης τον κατατάσσει στην κορυφή των χαρακτών.

ΑΓΡΙΟΒΙΟΛΕΤΕΣ

ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΕΣ

ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ

ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ

ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ '89

ΜΠΛΕ ΧΩΝΑΚΙΑ

ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΕΣ

ΨΑΡΩΝΙΑ

ΣΠΑΡΤΟΧΩΝΑΚΙΑ

http://utopia.duth.gr/~sdelis/bphotos/kar15.jpg

Κωστας Καρυωτακης – εργο του Γιωργη Βαρλαμου.

Για το έργο του έχει πάρει σειρά Διακρίσεων και Βραβείων, μεταξύ των οποίων και από την Ακαδημία Αθηνών, ενώ έργα του κοσμούν Μουσεία – Πινακοθήκες και Συλλογές σε όλο τον κόσμο.και αργότερα στο Παρίσι με υποτροφίες του Ιδρύματος ευαγγελιστρίας Τήνου και του ΙΚΥ. Τιμήθηκε κατά καιρούς με σημαντικά βραβεία για το έργο του, γραμματόσημα, αφίσες, βιβλία και τελευταία από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο της δουλειάς του. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

ΕΡΩΤΙΚΟ III

ΕΡΩΤΙΚΟ IV

ΕΡΩΤΙΚΟ V

ΕΡΩΤΙΚΟ VI

ΕΡΩΤΙΚΟ

ΕΡΩΤΙΚΟ II


  

Λεπτομερειες απο πινακα του Γιωργη Βαρλαμου που ανηκει στην μητερα μου.

Στο πλαίσιο του εκδοτικού προγράμματος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ο ζωγράφος Γ. Βαρλάμος φιλοτέχνησε το 2001 ένα φεγιέ με ένα θέμα-πρόκληση όπως είναι η κολύμβηση αρχαίων ελληνίδων, από ερυθρόμορφο αμφορέα του 510 π.Χ. και στις αρχές του 2002 πέντε ωραία γραμματόσημα με αρχαιοελληνικό υλικό έκφρασης και τεκμηρίωσης. Από μεγάλες χώρες μέχρι μικρές εξωτικές ακόμα και ημιαυτόνομες με ταχυδρομική ανεξαρτησία. Το 1964 εκδίδεται η πρώτη ολυμπιακή σειρά της Κύπρου, αρχαιοελληνικού σχεδιασμού με την εξέχουσα και εδώ εκφραστικότητα του Α. Τάσσου. Μέσα σ’ αυτόν τον ωκεανό ολυμπιακών γραμματοσήμων σύμφωνα με ένα εξειδικευμένο κατάλογο του διεθνούς κύρους Οίκου YVERT-TEL-LIER, υπό την αιγίδα μάλιστα της ΔΟΕ, από το 1896 μέχρι το 1996 είχαν εκδοθεί 8.610 γραμματόσημα για τους ολυμπιακούς του Σίδνεϊ και της Αθήνας υπολογίζεται ότι θα φθάσει στις 10.000.

 Πηγες:

astarti
artigraf
Εικαστικον
συγχρονοι Τηνιοι καλλιτχνες
artingreece
cuma.gr

Posted in Uncategorized | 5 Comments

ο Τζονι κι εγω

Δε μπορω να μπω στο ρολο της κριτικου λογοτεχνιας. Ουτε το εχω ξανακανει, ουτε εχω το υποβαθρο. Μια απλη γνωμη ομως θα προσπαθησω να τη διατυπωσω γιατι νομιζω οτι αξιζει τον κοπο. Μολις προχθες, ετελειωσα το διαβασμα του βιβλιου της Πηνελοπης , “Ο Τζονι κι εγω”.

Ηταν Δεκεμβρης του 2007 οταν ακομα εγραφα δυο ποστς το μηνα. Μολις ειχα επιστρεψει απο την Καλιφορνια, και εκανα αναρτησεις με ταξιδιωτικες εντυπωσεις. Εκει ηρθε η Πηνελοπη και πιασαμε κουβεντα. Μετα απο λιγο καιρο, ανεβαζω μια αναρτηση με την γειτονια που μεγαλωσα. Ω ! τι εκπληξη, μεγαλωσαμε στην ιδια γειτονια, παιξαμε στα ιδια παρκακια, ισως να συναντησαμε και τους ιδιους ανθρωπους (ισως τον φουρναρη!). Επι πλεον η Πηνελοπη οπως κι εγω, ζει μονικα στο εξωτερικο.

Ολα αυτα, αλλα και αλλα πιο βασικα, που απορρεουν απο τροπους, λογια, συμπεριφορες, μας εφεραν λιγο πιο κοντα. Με το ετσι και με το αλλοιως, με αποκαλεσε μια μερα “η καλυτερη φιλη της μπλογκοσφαιρας”, και οπως ειναι φυσικο συγκινηθηκα, και ποιος αλλωστε δεν συγκινειται με τετοια. Μου εμπιστευθηκε οτι εγραφε καποιο βιβλιο.

Περασε ο καιρος και το βιβλιο κυκλοφορησε τελος Ιουνιου. Η συνεσταλμενη και συγκρατημενη Πηνελοπη των μπλογκς γραφει τοσο ομορφα, ανετα και εχει ενα απιστευτο χιουμορ που δεν κρυβω οτι με ξαφνιασε πολυ ευχαριστα. Νομιζα οτι την ηξερα αρκετα καλα. Και ομως, δεν την ηξερα. Τωρα, οχι μονο την ξερω πιο καλα, αλλα την αγαπω περισσοτερο.

Η Πηνελοπη εχει μια απιστευτη ικανοτητα να παρατηρει τα παντα γυρω της αλλα κυριως συμπεριφορες ανθρωπων. Ζει στην Αγγλια (Αλβιονα οπως της αρεσει να την λεει) γιατι αγαπησε και παντρευτηκε τον Βρεττανο Τζονι. Δεν ειναι δυσκολο να αντιληφθεις τις συμπεριφορες ενος αλλου λαου που διαφερει απο τον δικο σου, ειναι δυσκολο ομως να καταγραφεις αυτες τις συμπεριφορες, να τις επεξεργαζεσαι με τα δικα σου κριτηρια, και να τις περιγραφεις παντα διατηρωντας την επιφυλαξη της δικης σου κουλτουρας.

Αυτο κανει η Πηνελοπη στο απιστευτα χαριτωμενο βιβλιαρακι της. Δεχεται και αφομοιωνει την κουλτουρα της χωρας που επελεξε να ζησει και ταυτοχρονα κρατα την Ελληνικη της ματια, την αντιμετωπιση και το τοσο διαφορετικο απο το βρεττανικο χιουμορ της.

Το βιβλιο ειναι γραμμενο σε μορφη ημερολογιου, και η γλωσσα απλη χωρις υπερβολες σαν να σου μιλαει η φιλη σου. Και οπως λεει η Μανινα Ζουμπουλακη, οι καλυτερες περιγραφες ειναι απο γεγονοτα που εχουμε ζησει.

Θα σταθω σε μια παρατηρηση που κανει η Πηνελοπη προς το τελος του βιβλιου της, προσπαθωντας να δωσει στον αναγνωστη να καταλαβει την διαφορα μεταξυ των εννοιων, “εκπατρισμενος” και “μεταναστης”. Αυτοματα μου ηρθε στο νου μια συζητηση που ειχαμε παλιοτερα μεταξυ μας για “τουριστες” και “ταξιδιωτες” . Οι χωροι ιδιοι, η αντιμετωπιση ομως, σαφως διαφορετικη.

Το βιβλιαρακι της Πηνελοπης θα το κανω δωρο στις φιλες μου που εχουν “παντρευτει” μια αλλη κουλτουρα και πιστεψτε με, ετσι που εχω περιπλανηθει τοσα χρονια γνωριζω αρκετες. Το δικο μου ομως εχει ιδιεταιρη αξια για μενα γιατι εχει και αφιερωση. “Στην καλυτερη φιλη της μπλογκοσφαιρας” .

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Πιτσιμπουργκο

https://i0.wp.com/www.perizitito.gr/images/T/b110825.jpgΗ Σωτη Τριανταφυλλου ειναι ισως η πιο αγαπημενη μου συγγραφεας της δικης μου γενιας. Η γραφη της με συνεπαιρνει. Οι ιστορικες της γνωσεις με αφηνoυν αφωνη. Δεν εχω χασει βιβλιο για βιβλιο της, αρχης γενομενης με το “Εργοστασιο των Μολυβιων” . Ετσι μολις εμαθα για το βιβλιαρακι “Πιτσιμπουργκο” εσπευσα να το παραγγειλω. Ειναι ενα θαυμα το πως μπορουν μερικοι λογοτεχνες να συνδιαζουν την ιστορια, τη λαογραφια και τον λογο σε τετοια επιπεδα.

Το Πιτσιμπουργκο ειναι μια σειρα γραμματων ενος μεταναστη Χιωτη ατο Πιτσμπουργκ της Πενσυλβανιας και της γυναικας του που εχει παραμεινει στο νησι περιμενοντας προσκληση και εισητηριο για να παει κι εκεινη κοντα του. Χρονολογικα ειναι τοποθετημενο τα ετη 1913-14 στα χρονια του πρωτου παγκοσμιου πολεμου. Ο Δημοστενης και η Ελεγκω γραφουν με την παλια Χιακη διαλεκτο που προσωπικα την εχω ακουσει στο νησι απο μεγαλους ανθρωπους. Ετσι πραγματικα ταυτιστικα με το μικρο αυτο βιβλιαρακι.

Περα ομως απο αυτο το καταπληκτικο λαογραφικο χαρακτηριστικο, η ιστορια τηε εποχης εκεινης με τις μεγαλες μετακινησεις και την αρχη των μεταναστευσεων που χαρακτηριζαν το νησι κανει τον αναγνωστη να μη το αφησει παρα μονο οταν φτασει στο τελος.

Το Πιτσιμπουργκο ειναι εκδοση του οικου Αιγεας της περιφημης Απλωταριας της πολης της Χιου. Ο εκδοτικος οικος σταγαζεταοι στο βιβλιοπωλειο Παπυρος οπου το Δεσποιναριον περνα πολλες ευχαριστες ωρες οταν βρισκεται κατω στην πολη, διαλεγοντας τις χειμωνιατικες παρεες της.

Posted in Uncategorized | 2 Comments

Unlocking Mysteries of the Parthenon

From the Smithsonian web page

Unlocking Mysteries of the Parthenon

Efforts to restore the ancient temple of Athena are yielding new insights

    By Evan Hadingham
    Smithsonian magazine, February 2008
    During the past 2,500 years, the Parthenon—the apotheosis of ancient Greek architecture—has been rocked by earthquakes, set on fire, shattered by exploding gunpowder, looted for its stunning sculptures and defaced by misguided preservation efforts. Amazingly, the ancient
    A restoration project funded by the Greek government and the European Union is now entering its 33rd year, as archaeologists, architects, civil engineers and craftsmen strive not simply to imitate the workmanship of the ancient Greeks but to re-create it. They have had to become forensic architects, reconstructing long-lost techniques to answer questions that archaeologists and classical scholars have debated for centuries. How did the Athenians construct their mighty temple, an icon of Western civilization, in less than a decade—apparently without an overall building plan? How did they manage to incorporate subtle visual elements into the Parthenon’s layout and achieve such faultless proportions and balance? And how were the Parthenon’s builders able to work at a level of precision (in some cases accurate to within a fraction of a millimeter) without the benefit of modern tools? “We’re not as good as they were,” Lena Lambrinou, an architect on the restoration project, observes with a sigh. Athenians built the Parthenon in just eight or nine years. Repairing it is taking a bit longer.
    If the Parthenon represents “the supreme effort of genius in pursuit of beauty,” as the 19th-century French engineer and architectural historian Auguste Choisy declared, at the moment it looks more like a construction site. Ancient masonry hides behind thickets of scaffolding, planks and steel poles. Miniature rail tracks connect sheds that house lathes, marble cutters and other power equipment. In the Parthenon’s innermost sanctuary, once the home of a massive ivory-and-gold statue of Athena, a gigantic collapsible crane turns on a concrete platform.

    Though heavy equipment dominated the hilltop, I also found restorers working with the delicacy of diamond cutters. In one shed, I watched a mason toiling on a fresh block of marble. He was one of some 70 craftsmen recruited for the project from Greece’s sole remaining traditional marble school, located on the island of Tinos. His technique was exacting. To make the new block exactly match an old, broken one, the mason used a simple pointing device—the three-dimensional equivalent of a pantograph, which is a drafting instrument for precisely copying a sketch or blueprint—to mark and transfer every bump and hollow from the ancient stone to its counterpart surface on the fresh block. On some of the largest Parthenon blocks, which exceed ten tons, the masons use a mechanized version of the pointing device, but repairing a single block can still take more than three months. The ancient workers were no less painstaking; in many cases, the joints between the blocks are all but invisible, even under a magnifying glass.

    The Parthenon was part of an ambitious building campaign on the Acropolis that began around 450 b.c. A generation before, the Athenians, as part of an alliance of Greek city-states, had led heroic victories against Persian invaders. This alliance would evolve into a de facto empire under Athenian rule, and some 150 to 200 cities across the Aegean began paying Athens huge sums of what amounted to protection money. Basking in glory, the Athenians planned their new temple complex on a lavish, unprecedented scale—with the Parthenon as the centerpiece. Surviving fragments of the financial accounts, which were inscribed in stone for public scrutiny, have prompted estimates of the construction budget that range from around 340 to 800 silver talents—a considerable sum in an age when a single talent could pay a month’s wages for 170 oarsmen on a Greek warship. The Parthenon’s base was 23,028 square feet (about half the size of a football field) and its 46 outer columns were some 34 feet high. A 525-foot frieze wrapped around the top of the exterior wall of the building’s inner chamber. Several scholars have argued that the frieze shows a procession related to the quadrennial Great Panathenaia, or the festival “of all the Athenians.” By incorporating this scene of civic celebration, the scholars suggest, the Parthenon served not merely as an imperial propaganda statement but also as an expression of Athens’ burgeoning democracy—the will of the citizens who had voted to fund this exceptional monument.

    When the current restoration effort began in 1975, backed by $23 million from the Greek government, the project’s directors believed they could finish in ten years. But unforeseen problems arose as soon as workers started disassembling the temples. For example, the ancient Greek builders had secured the marble blocks together with iron clamps fitted in carefully carved grooves. They then poured molten lead over the joints to cushion them from seismic shocks and protect the clamps from corrosion. But when a Greek architect, Nikolas Balanos, launched an enthusiastic campaign of restorations in 1898, he installed crude iron clamps, indiscriminately fastening one block to another and neglecting to add the lead coating. Rain soon began to play havoc with the new clamps, swelling the iron and cracking the marble. Less than a century later, it was clear that parts of the Parthenon were in imminent danger of collapse.

    Until September 2005, the restoration’s coordinator was Manolis Korres, associate professor of architecture at the National Technical University of Athens and a leading Parthenon scholar. He has spent decades poring over every detail of the temple’s construction. In a set of vivid drawings, he depicted how the ancient builders extracted some 100,000 tons of marble from a quarry 11 miles northeast of central Athens, roughly shaped the blocks, then transported them on wagons and finally hauled them up the steep slopes of the Acropolis. Yet all that grueling labor, Korres contends, was dwarfed by the time and energy lavished on fine-tuning the temple’s finished appearance. Carving the long vertical grooves, or flutes, that run down each of the Parthenon’s main columns was probably as costly as all the quarrying, hauling and assembly combined.

    Today’s restorers have been replacing damaged column segments with fresh marble. To speed up the job, engineers built a flute-carving machine. The device, however, is not precise enough for the final detailing, which must be done by hand. This smoothing of the flutes calls for an expert eye and a sensitive touch. To get the elliptical profile of the flute just right, a mason looks at the shadow cast inside the groove, then chips and rubs the stone until the outline of the shadow is a perfectly even and regular curve.

    The ancients spent a lot of time on another finishing touch. After the Parthenon’s exposed marble surfaces had been smoothed and polished, they added a final, subtle texture—a stippling pattern—that Korres says dulled the shine on the marble and masked its flaws. With hundreds of thousands of chisel blows, they executed this pattern in precisely ordered rows covering the base, floors, columns and most other surfaces. “This was surely one of the most demanding tasks,” Korres says. “It may have taken as much as a quarter of the total construction time expended on the monument.”

    With such fanatical attention to detail, how could the Parthenon’s architects have finished the job in a mere eight or nine years, ending somewhere between 438 and 437 b.c.? (The dates come from the inscribed financial accounts.) One key factor may have been naval technology. Since the Athenians were the greatest naval power in the Aegean, they likely had unrivaled mastery of ropes, pulleys and wooden cranes. Such equipment would have been essential for hauling and lifting marble blocks.

    Another, counterintuitive possibility is that ancient hand tools were superior to their modern counterparts. After analyzing marks left on the marble surfaces, Korres is convinced that centuries of metallurgical experimentation enabled the ancient Athenians to create chisels and axes that were sharper and more durable than those available today. (The idea is not unprecedented. Modern metallurgists have only recently figured out the secrets of the traditional samurai sword, which Japanese swordsmiths endowed with unrivaled sharpness and strength by regulating the amount of carbon in the steel and the temperature during forging and cooling.) Korres concludes that the ancient masons, with their superior tools, could carve marble at more than double the rate of speed of today’s craftsmen. And the Parthenon’s original laborers had the benefit of experience, drawing on a century and a half of temple-building know-how.

    Moreover, the restoration team has confronted problems that their ancient Greek counterparts could never have contemplated. During the Great Turkish War in the late 17th century—when the Ottoman Empire was battling several European countries—Greece was an occupied nation. The Turks turned the Parthenon into an ammunition dump. During a Venetian attack on Athens in 1687, a cannonball set off the Turkish munitions, blowing apart the long walls of the Parthenon’s inner chamber. More than 700 blocks from those walls—eroded over time—now lay strewn around the Acropolis. For five years, beginning in 1997, Cathy Paraschi, a Greek-American architect on the restoration project, struggled to fit the pieces together, hunting for clues such as the shape and depth of the cuttings in the blocks that once held the ancient clamps. Eventually, she abandoned her computer database, which proved inadequate for capturing the full complexity of the puzzle. “Some days were exhilarating,” she told me, “when we finally got one piece to fit another. Other days I felt like jumping off the Acropolis.” In the end, she and her co-workers managed to identify the original positions of some 500 of the blocks.

    Another, counterintuitive possibility is that ancient hand tools were superior to their modern counterparts. After analyzing marks left on the marble surfaces, Korres is convinced that centuries of metallurgical experimentation enabled the ancient Athenians to create chisels and axes that were sharper and more durable than those available today. (The idea is not unprecedented. Modern metallurgists have only recently figured out the secrets of the traditional samurai sword, which Japanese swordsmiths endowed with unrivaled sharpness and strength by regulating the amount of carbon in the steel and the temperature during forging and cooling.) Korres concludes that the ancient masons, with their superior tools, could carve marble at more than double the rate of speed of today’s craftsmen. And the Parthenon’s original laborers had the benefit of experience, drawing on a century and a half of temple-building know-how.

    Moreover, the restoration team has confronted problems that their ancient Greek counterparts could never have contemplated. During the Great Turkish War in the late 17th century—when the Ottoman Empire was battling several European countries—Greece was an occupied nation. The Turks turned the Parthenon into an ammunition dump. During a Venetian attack on Athens in 1687, a cannonball set off the Turkish munitions, blowing apart the long walls of the Parthenon’s inner chamber. More than 700 blocks from those walls—eroded over time—now lay strewn around the Acropolis. For five years, beginning in 1997, Cathy Paraschi, a Greek-American architect on the restoration project, struggled to fit the pieces together, hunting for clues such as the shape and depth of the cuttings in the blocks that once held the ancient clamps. Eventually, she abandoned her computer database, which proved inadequate for capturing the full complexity of the puzzle. “Some days were exhilarating,” she told me, “when we finally got one piece to fit another. Other days I felt like jumping off the Acropolis.” In the end, she and her co-workers managed to identify the original positions of some 500 of the blocks.

    No matter the motivation for these refinements, many early scholars assumed that crafting such visual elements imposed tremendous extra demands on the Parthenon’s architects and masons. (One wrote of the “terrifying complications” involved.) No architectural manuals survive from the Classical Greek era, but today’s experts suspect the temple builders could add curves and inclined angles with a few relatively simple surveying tricks. “If you’re building without mortar, every block…must be trimmed by hand,” notes Oxford University archaeologist Jim Coulton. “Although tilts and curvatures would require careful supervision by the architect, they don’t add a lot to the workload.”

    Still, how could each column segment be measured so that all would fit together in a single, smoothly curving profile? The likely answer was found not in Athens but nearly 200 miles away in southwestern Turkey. In the town of Didyma rises one of the most impressive relics of the ancient world, the Temple of Apollo. Three of its 120 colossal columns still stand, each nearly twice the height of the Parthenon’s. The wealthy trading city of Miletus commissioned the temple in the age of Alexander the Great, around 150 years after the Parthenon’s completion. The gigantic ruins testify to a project of grandiose ambition: it was never finished despite 600 years of construction efforts. But thanks to its unfinished state, crucial evidence was preserved on temple walls that had not yet undergone their final polishing.

    A few years after the Parthenon restoration began, University of Pennsylvania scholar Lothar Haselberger was on a field trip exploring the Temple of Apollo’s innermost sanctuary. He noticed what seemed to be patterns of faint scratches on the marble walls. In the blinding morning sunlight the scratches are all but invisible, as I discovered to my initial frustration when I searched for them. After the sun had swung around and began grazing the surface, however, a delicate web of finely engraved lines started to emerge. Haselberger recalls, “All of a sudden I spotted a series of circles that corresponded precisely to the shape of a column base, the very one at the front of the temple.” He realized he had discovered the ancient equivalent of an architect’s blueprint.

    Then, just above the outline of the column base, Haselberger noticed a pattern of horizontal lines with a sweeping curve inscribed along one side. Could this be related to entasis, also evident in the towering Didyma columns? After carefully plotting the pattern, the answer became clear: it was a profile view of a column with the vertical dimension—the height of the column—reduced by a factor of 16. This scale drawing must have been a key reference for the masons as they carved out one column segment after another. By measuring along the horizontal lines to the edge of the curve, they would know exactly how wide each segment would have to be to create the smooth, bulging profile. Manolis Korres believes that the ancient Athenians probably relied on a carved scale drawing similar to the one at Didyma in building the columns of the Parthenon.

    Haselberger also traced a labyrinth of faint scratches covering most of the temple’s unfinished surfaces. The lines proved to be reference drawings for everything from the very slight inward lean of the walls to details of the lintel structure supported by the columns. There were even floor plans, drafted conveniently right on the floor. As the temple’s stepped platform rose, each floor plan was copied from one layer to the next. On the topmost floor, the builders marked out the positions of columns, walls and doorways.

    The discoveries at Didyma suggest that the temple builders operated on a “plan-as-you-go” basis. “Clearly, a lot of advance planning went into a building like the Parthenon,” Coulton says. “But it wasn’t planning in the sense that we’d recognize today. There’s no evidence they relied on a single set of plans and elevations drawn to scale as a modern architect would.”

    Still, the Parthenon remains something of a miracle. The builders were steered by tradition, yet free to experiment. They worked to extreme precision, yet the final result was anything but rigid. A commanding building, with supple and fluid lines, emerged from a blend of improvised solutions.

    But the miracle was short-lived. Only seven years after the construction of the Parthenon was completed, war broke out with Sparta. Within a generation, Athens suffered a humiliating defeat and a devastating plague. The story of the Parthenon resembles an ancient Greek tragedy, in which an exceptional figure suffers a devastating reversal of fortune. And from Korres’ perspective, that calamity is all the more reason to restore the greatest remnant of Athens’ golden age. “We wanted to preserve the beauty of what has survived these past 2,500 years,” he says. “A reminder of man’s power to create, as well as to destroy.”

    Evan Hadingham is senior science editor of PBS’s NOVAseries. The NOVA program “Secrets of the Parthenon” airs January 29, 2008.

Posted in travel | Tagged | 1 Comment

For Eleni

Γιατι ολα γινονται για μια Ελενη.


 

Ελένη (Γεωργιος Σεφερης)

ΤΕΥΚΡΟΣ: … ες γην εναλίαν Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
…………………………………………………
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’, αλλ’ είδωλον ην.
…………………………………………………
ΆΓΓΕΛΟΣ:Τι φης;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ

“Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”.Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες· δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.”Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”.   

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών· η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι. Το φεγγάρι
βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη·
σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.
Πού είν’ η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης·
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους -ποιος θα το ‘λεγε- η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου· την άγγιξα, μου μίλησε:
“Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια” φώναζε.
“Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία”.

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα·
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα. Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα νά ηταν πλάσμα ατόφιο·
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης·
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου; Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;

“Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”.

Δακρυσμένο πουλί, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό ειναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι ανθρώποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών· αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

TEUCER: …in sea-girt Cyprus, where Apollo bade me live, I built
the city of Salamis in memory of my homeland.
…………………………………………………………………..
HELEN: It was not I went to Troy, but an image.
…………………………………………………………………..
MESSENGER: What? Were all our pains then for a cloud?
“You cannot sleep in Platres for the nightingales”.
Shy nightingale, hidden among whispering leaves,
you bring the echoing coolness of the forest
to the sundered souls and bodies
of those who know there can be no return.
Blind voice, fumbling in the dark of memory
for footsteps, gestures, what I dare not call kisses,
and the slave-woman’s sullen anger.

“You cannot sleep in Platres for the nightingales”.

Where is Platres? Does anybody know this island?
All my life I’ve heard strange names,
new places, the latest foolishness
of men or gods;
my fate, weaving
between the final sword-thrust of some Ajax
and another Salamis,
brought me to this sea-coast.
The moon
rises out of the sea like Aphrodite,
covering Sagittarius, then seeks
the heart of Scorpio, changing everything.
Where is truth?
I too was an archer in those wars,
my fate that of a man whose arrow strayed.

Nightingale, songsmith,
on such a night as this by the shores of Proteus’ sea
the Spartan slave-women heard your song and wept,
and among them (who would have guessed it) Helen!
She, whom we sought for years along Scamander’s banks.
There on the desert’s cusp I touched her and she spoke to me:
“Lies”, she cried, “lies,
“I never stepped into the blue-prowed ship,
never trod glorious Ilium”.

Deep-girdled, sun-dappled hair, that long body,
shadows, smiles everywhere
on shoulders thighs knees,
the flaring skin, and those eyes
with their great lashes
– all there, on the bank of the Delta.
And in Ilium?
In Ilium, nothing – a simulacrum.
So the gods wished it.
And Paris embraced a shadow as if it had been flesh and blood,
while for ten long years we butchered one another over Helen.

Greece haemorrhaged.
So many bodies thrown
to the jaws of the sea, to the jaws of the earth:
so many souls
flung between the millstones like grains of wheat.
And blood bubbling up through river mud,
for a flaxen wave for a passing cloud
a butterfly’s wingbeat a swandown’s drift
all for an empty tunic, a Helen.
And what of my brother?
Nightingale nightingale nightingale,
what is a god? What’s not a god? What falls between the two?

“You cannot sleep in Platres for the nightingales”.

Sad bird,
on sea-girt Cyprus
which I was promised in memory of my homeland,
I landed alone with this fable,
if indeed it is a fable,
if it is true that men will never again
fall into the gods’ ancient snare;
if it is true
that in ages to come another Teucer,
some other Ajax Hecuba or Priam
or someone perhaps nameless, unknown, who yet
has seen Scamander heave with corpses,
will be spared the words
of messengers coming to say
that so much suffering so many lives
went spinning into the abyss
all for an empty tunic, for a Helen.
From Log Book, III (1955)
Translated from the Greek by John Stathatos
(unpublished)

βρηκα τη μεταφραση εδω

Posted in Uncategorized | 1 Comment